Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ωδή στην πτώση· τα τρία γένη του Φθινοπώρου

Ρεμβάζω απ' το παράθυρο.
Τα νοτισμένα μου χείλη αδημονούν να τσαλακωθούν.

Αέρας πολύς. Πέφτει, από πάνω προς τα κάτω.
Ένα τραγούδι δίχως μελωδία.
Η ματιά μου προσκολλείται στο χορό του ανέμου και παρασύρεται αναζητώντας τη μορφή που κάθε νύχτα συναντώ στα πιο θολά και ζοφερά όνειρά μου.

Βροχή πολλή. Πέφτει, από πάνω προς τα κάτω.
Το παράθυρο ραγίζει. Ραγίζει η ψυχή μου.
Μια σταγόνα στο περβάζι, τρυπάει το δάπεδο, το έδαφος, το φλοιό της γης.
Την κλέβω για δικιά μου.

Κρύο πολύ. Πέφτει, από πάνω προς τα κάτω· κι η άμποτη τ' ουρανού φέρνει σκοτάδι. Σκοτάδια.
Τ' άστρα ντύθηκαν και σήμερα με τη σύννοια ενός ουρανού, με το μακάβριο πέπλο μιας νοερής συννεφιάς.

Ρεμβάζω απ' το παράθυρο.
Τα νοτισμένα μου μάτια κλείνουν ερμητικά και τσαλακώνονται. 

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Θερμό αεράκι

Μία ακόμη Κυριακάτικη νύχτα του Ιουλίου.
Το θερμό αεράκι θωπεύει τις κορυφές των δένδρων, τις ταράτσες και τα μπαλκόνια που σφύζουν τέτοιες ώρες από ζωή. 
Γλιστρά μέσα στα πιο στενά και πνιγηρά σοκάκια μιας πόλης που τα καλοκαίρια, νύχτες σαν κι αυτή μένει ξάγρυπνη κάτω από τον έναστρο ουρανό. 
Εκείνος υπόσχεται ιερές αμαρτίες που ελλοχεύουν εκεί όπου η αλμύρα της θάλασσας στεγνώνει.
Το θερμό αεράκι διαπερνά το ορθάνοιχτο παράθυρό μου και ηλεκτρίζει ένα κορμί γαλήνιο, μειλίχιο, ζαλισμένο από το μύχιο άρωμά του.
Μυρίζει κλεισούρα, λάγνες ανάσες και ανεξέλεγκτα καρδιοχτύπια που χαράκωσαν πεπερασμένες δεκαετίες.
Μυρίζει μπαγιάτικους έρωτες που παρασύρθηκαν από τη σαγήνη του και μεταφράζονται μόνο στη γλώσσα της σιωπής.
Αφού το αεράκι το' χει ήδη σκάσει για άλλες ηπείρους ξεπλανεύοντας στο διάβα του υγρά σεντόνια απλωμένα και μυριάδες φιλήδονα ουρλιαχτά, εκείνη παραμένει μαζί μ' ανθρώπους που από στιγμή σε στιγμή θα βρουν το πνεύμα, τη μορφή την αύρα ή το βλέμμα εκείνο το οποίο θα τους καψαλίσει φαιδρά το στομαχάκι και θα τους χώσει δυο γερά χαστούκια υποτάσσοντάς τους έτσι στην αέναη παραφροσύνη του έρωτα.
Μέσα στο λιοπύρι της Αθηναϊκής νύχτας, θαύματα υφέρπουν στα σαγηνευτικά αρώματα των ανέμων που δονούνται σύμφωνα με τους νόμους της έλξης.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Ενός Λεπτού Σιγή


Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου

(το παιχνίδι)

Θάρρος ή αλήθεια;
Πόσες φορές έχω παίξει αυτό το παιχνίδι, καταφεύγοντας στην αλήθεια καθώς οι ερωτήσεις του θάρρους έχουν εξαλείψει κάθε όριο, αγνοώντας τη σοβαρότητα και τη φιλοσοφία του παιχνιδιού;
Σήμερα όμως κατέληξα στο σοφό συμπέρασμα πως και η αλήθεια στην πλειονότητα των περιπτώσεων θέλει θάρρος για να ειπωθεί. Κι ακόμη περισσότερο για να ακουστεί.



(η πραγματικότητα)

Ορισμένες φορές πρόκειται για μικροπράγματα ώστε να προτιμάς εμβριθώς να ψευδολογήσεις ή να αποκρύψεις παρά να αποκαλύψεις την αλήθεια.
Άλλες πάλι, μια σου απάντηση μπορεί μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου να ανατρέψει με μιας ολόκληρη τη ζωή σου ή μέρος αυτής. 
Το σίγουρο όμως είναι πως ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος. Οι εκάστοτε συγκυρίες, οι χαρακτήρες της ζωής σου, όλα παίζουν ρόλο τη στιγμή που θα αποφασίσεις ν'ανοίξεις τον ασκό του Αιόλου. 

(η μάχη)

Γιατί συχνά η αλήθεια πονάει περισσότερο από το ψέμα (αλήθεια - ψέμα: 0-1). 
Παρά ταύτα τα μυστικά και τα ψέματα δε θα εξασφαλίσουν ποτέ σε κανέναν αιώνια σωτηρία, δε θα παραμείνουν ποτέ για πολύ καιρό εθελότυφλες δολοπλοκίες και βολικά καταφύγια (αλήθεια - ψέμα: 1-1).
Και τότε ακολουθούν οι απροσδόκητες αντιδράσεις εκείνων τους οποίους εσύ φοβόσουν περισσότερο και προτίμησες να εξαπατήσεις για το δικό τους αλλά και το δικό σου καλό, κατασκευάζοντας ασυναίσθητα τα φρικαλέα απεικάσματα που θα σπίλωναν τη συνείδησή σου έως ότου φτάσει η στιγμή της αλήθειας (αλήθεια - ψέμα 2-1).
Ο καθένας μας διανύει μια κεντρική λεωφόρο. Το μόνο που καταφέρνουμε κωλυσιεργώντας να μιλήσουμε αληθινά είναι να χανόμαστε εκούσια σε σκοτεινά μονοπάτια τα οποία μας ξεβράζουν και πάλι στη μεγάλη μας λεωφόρο, ολίγον τι νοθευμένους ιδιοσυστασιακά.  (αλήθεια - ψέμα 3-1)

Ακόμη φοβάσαι να πετάξεις τη μάσκα σου;

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Μεταμεσονύκτιο παραλήρημα

Κάθε χρόνο.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αφήνομαι στην παλίρροια των σκέψεων μου χαζεύοντας τα εκάστοτε θύματα ενός τραγελαφικού εκπαιδευτικού συστήματος να βιώνουν τη δική τους ειρωνεία εκ των έσω, περιμένοντας και τη δική μου σειρά, η οποία σχεδόν έφτασε δίχως ακόμη να το συνειδητοποιήσω.
Παρατηρώ τις αντιδράσεις τους, κρυφακούω τις συζητήσεις τους.
Άλλοι, ώριμοι και κατασταλαγμένοι αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα με ρεαλισμό, θέτουν στόχους και φαίνονται διατεθειμένοι να πατήσουν πάνω σε πτώματα για να τους πετύχουν (μόνο που ορισμένοι ένεκα αγνοίας δε γνωρίζουν ότι ένα από αυτά ίσως να είναι και το δικό τους).
Άλλοι φοβισμένοι για τα τέρατα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν διστάζουν.
Κι άλλοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από το φρικαλέο ιστό μιας τρεμάμενης Αθήνας που δείχνει ν'αντιστέκεται στο απύθμενο χάος.

Και μετά σκέφτομαι, ποιες είναι οι δικές μου επιλογές;
Είναι δύο: Να μείνω εδώ. Να φύγω αλλού.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. 
Αποφασίζω να παίξω τη ζωή μου κορώνα-γράμματα.
Πετάω το κέρμα στον αέρα ενώ οι χτύποι της καρδιάς μου ηχούν πιο δυνατά από ποτέ αντιλαλώντας στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου.
Προσγειώνεται. Γράμματα. Αυτό σημαίνει πως η πιθανότητα που είχε να πέσει κορώνα εξανεμίστηκε.
Μέχρι όμως εκείνη τη στιγμή οι πιθανότητες ήταν ίσες.
Σε κάποιο άλλο παράλληλο κόσμο πέφτει όντως κορώνα. Και τότε συμβαίνει. Οι δύο κόσμοι χωρίζονται. Στον ένα κόσμο ακολουθώ την επιλογή μου να μείνω εδώ και στον άλλο να φύγω.
Άσε με να σου εξηγήσω τη δική μου κοσμοθεωρία με απλά λογάκια χωρίς να λαϊκίσω.
Το σύμπαν αποτελείται από πολλαπλούς παράλληλους κόσμους.
Κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μια συνειδητή ή υποσυνείδητη επιλογή να διαλέξουμε ή να προτιμήσουμε ανάμεσα σε κάποια πράγματα, δημιουργούνται τόσοι παράλληλοι κόσμοι όσες και οι πιθανότητες επιλογής. Δηλαδή;
Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν έχεις ήδη σταματήσει να με διαβάζεις γιατί επέλεξες να ψάξεις για τα lexotanil σου (εμένα μ'άρεσε και μπράβο μου που το είπα).
Πες το ιδιοφυές. Πες το ένα παιχνίδι για ανόητους και ποιητές. Οι επιστήμονες θα το αποκαλέσουν Βιοκεντρισμό. Γιατί; Επειδή σύμφωνα με αυτόν η ζωή δημιουργεί το σύμπαν και όχι το σύμπαν τη ζωή.
Τώρα με βρίζεις και αναρωτιέσαι τι σχέση έχουν αυτές οι π**ες με τις Πανελλήνιες.
Με την απορία θα μείνεις.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ραγισμένοι καθρέφτες

(Με αφορμή την όμορφη μελαγχολία του καιρού ο οποίος προσπαθεί κάθε άλλο παρά να μας κάνει να λησμονήσουμε το Χειμώνα μπροστά στην αποπνικτική ζέστη του Καλοκαιριού, σου παραθέτω ένα κείμενό μου περσινό που είχα γράψει υπό την επήρεια κατάθλιψης..)


Το δροσερό άγγιγμα του ανέμου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπό της. Η ματιά της καρφωμένη στα σκοτεινά σύννεφα που προμηνύουν μια θυελλώδη καταιγίδα κρύβοντας απειλητικά τον ορίζοντα.
Εκείνη πλησιάζει επισφαλώς στο χείλος του απόκρημνου γκρεμού κοιτάζοντας διστακτικά προς τα κάτω, έτοιμη παρά όλα αυτά να προκαλέσει τη μοίρα της. Μία απρόσμενη βουτιά στο αμαυρωμένο της υποσυνείδητο , δύο δάκρυα που κυλούν σιωπηρά στο πρόσωπό της. Νιώθει περήφανη, που μετά από τόσα ψυχικά βασανιστήρια, βρήκε επιτέλους έναν τρόπο να ξεφύγει από τη σκληρή, αβάσταχτη πραγματικότητα. Πραγματικότητα γεμάτη Ερινύες.  Πραγματικότητα από την οποία καιρό τώρα πασχίζει να το σκάσει. Γνωρίζει πια καλά πως ο νους και οι σκέψεις που τον πολιορκούν, δε θα δείξουν έλεος απέναντι στα άδικα αμαρτήματα του παρελθόντος, στον ανυπόφορο πόνο της ψυχής. 
Έχει πλέον φτάσει θριαμβευτικά στο τέλος μιας φαινομενικά ατελείωτης διαδρομής, γεμάτη αβάδιστα μονοπάτια, ανηφόρες, κατηφόρες. Ξεσπάει ξάφνου σε λυγμούς, έτοιμη ν' αφεθεί στο κενό. Στα μάτια της, οι ήδη δυσδιάκριτες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη λογική και την παράνοια αρχίζουν να εξαφανίζονται, η πραγματικότητα και το όνειρο πλέον γίνονται ένα.
Όλα θολώνουν. Κλείνει ερμητικά τα μάτια της. Μία αόρατη δύναμη ωθεί το κορμί της στον απότομο γκρεμό. Μέσα σε μια στιγμή νιώθει τον αέρα να τη μαστιγώνει αλύπητα. Μέσα σε μία στιγμή, νιώθει την ψυχή της ν'αποχωρίζεται με τον πιο βίαιο και σφοδρό τρόπο το σώμα της. Να εξαφανίζεται ως δια μαγείας σε κάποιον άλλο κόσμο, αδιανόητο, ασύλληπτο.  Μία ψυχή φιλήδονη, λάγνα, αβυσσαλέα, που καθοδηγείται από τις ορμές των φαντασιώσεων και δρα τυφλωμένη από τις αισθήσεις, τους πόθους, τις αμαρτωλές επιθυμίες.
Πάτα με

Λένε πως, μόλις βρεις μια ισορροπία μεταξύ ζωής και θανάτου, όλες σου οι εμπειρίες περνούν με μιας μπροστά απ' τα μάτια σου. Ψέμα. Μπροστά στα μάτια σου αναζωπυρώνουν μόνον οι ομορφότερες στιγμές, σα θραύσματα κομματιασμένων γυαλιών. Εκείνες που επιλεγμένες με σύνεση αποθεώνουν το νόημα της ζωής. Εκείνες που θα σε κάνουν να λησμονήσεις ό,τι αγάπησες περισσότερο.
Τώρα πλέον δε διακατέχεται ούτε από την αίσθηση της κιναισθησίας. Σα ν' αποσυντέθηκε αθόρυβα κατά τη διάρκεια της πτώσης. Ανοίγει δειλά τα μάτια της. Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει. Ίσα που διακρίνει, αβάκχευτη, θολές σκιές, σαν οπτασίες, να χορεύουν χαωδώς στο καταχθόνιο σκοτάδι, συνθέτοντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα.
"Πέθανα;" Ρωτάει τον εαυτό της ξανά και ξανά, περιπλανώμενη, δαιμονισμένο πνεύμα σε κάποια άλλη, απόκοσμη διάσταση, αναμαλλιασμένη, με τα κουρελιασμένα ρούχα της να κρέμονται άτσαλα από το αιωρούμενο κορμί της. Ανάποδες ψαλμωδίες, συγκρουόμενες καμπάνες ηχούν απ' το πουθενά συνοδεύοντας τον ψίθυρό της.
Ένα άγγιγμα διαταράσσει τη γαλήνη του κορμιού της. Ξάφνου όλα γύρω της φωτίζουν. Εκτυφλωτικές σπίθες γεμίζουν τον αέρα. Τότε, μέσα στο μαύρο καμβά που εκείνη είχε συνθέσει, ζωγραφίζεται το τοπίο που αποχαιρέτησε με τον πιο τραγικό τρόπο. Γύρω της, καταιγιδοφόρα σύννεφα, απόκρημνες χαράδρες. Προσπαθεί να ισορροπήσει πισοπατώντας στις ανισόπεδες επιφάνειες, καθώς ένα χέρι την έχει αρπάξει από τον ώμο και την τραβά προς τη σωτηρία.
Ήταν όλα μία σκέψη, μία ιδέα. Και τότε, για πρώτη φορά μετά από καιρό,
είδε. 
Όταν συνειδητοποίησε τι πήγε να κάνει, κρατήθηκε για λίγο μέχρι που ξέσπασε σε λυγμούς. Αποφάσισε, τότε, να γυρίσει στο δωμάτιο με τους ραγισμένους καθρέφτες. Εκεί, μόνον, μπορούσε ν' αντικρίσει την αλήθεια κατάματα. 

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Βρέχει βατράχια

-Λύστε μου τα χέρια.
-Γιατί;
-Θέλω να σκουπίσω τα δάκρυά μου.
-Όχι, είσαι όμορφος, πόσο όμορφος έτσι! 
-Δε μπορώ να σας μιλάω με δάκρυα στα μάτια. 
-Τότε μη μιλάς.
-Σκουπίστε τα μου εσείς λοιπόν. Σύντομα θα σπιλώσουν το λευκό μου πρόσωπο, θα το φθείρουν ανελέητα και θα αποκαλύψουν, αδυσώπητοι σπιούνοι, τον αληθινό μου εαυτό.
-Τι θες να κρύψεις;
-Δε θα' θελα να με κοιτάτε όταν σας μιλάω. 
-Με φοβάσαι.
-Δεν το αξίζω, με τόσο ονειδιστικό τρόπο να με γδύνετε με τα μάτια σας. 
-Σου αρέσει όμως.
-Γιατί το κάνετε αυτό;
-Κοίτα με στα μάτια, τίποτα έτσι δεν κρύβεται, και πες μου τι θέλεις πια από εμένα.
-Θα' θελα να σας φιλήσω. Μ' αρέσει να γεύομαι τους ανθρώπους. Μην το πείτε πουθενά.
-Γιατί παίζεις με τις λέξεις;
-Αν με βλέπατε στο δρόμο δίχως να με γνωρίζετε τι θα σκεφτόσασταν για μένα;
-Ότι θα μπορούσα να σ' αγαπήσω.
-Δε μπορείτε πλέον;
-Ρωτάς πράγματα ανυπόφορα.
-Γιατί;
-Γιατί ήδη σ' αγαπώ. Αν υποθέταμε ότι δάκρυσες επειδή σε πλήγωσα, εσύ θα μ' αγαπούσες;
-Εγώ σας γνωρίζω υποτίθεται;
-Όχι.
-Τότε ναι. Και πάλι θα σας αγαπούσα.
-Και πάλι;
-Ναι. Στον ενικό αυτή όμως τη φορά.