(Με αφορμή την όμορφη μελαγχολία του καιρού ο οποίος προσπαθεί κάθε άλλο παρά να μας κάνει να λησμονήσουμε το Χειμώνα μπροστά στην αποπνικτική ζέστη του Καλοκαιριού, σου παραθέτω ένα κείμενό μου περσινό που είχα γράψει υπό την επήρεια κατάθλιψης..)
Το δροσερό άγγιγμα του ανέμου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπό της. Η ματιά της καρφωμένη στα σκοτεινά σύννεφα που προμηνύουν μια θυελλώδη καταιγίδα κρύβοντας απειλητικά τον ορίζοντα.
Εκείνη πλησιάζει επισφαλώς στο χείλος του απόκρημνου γκρεμού κοιτάζοντας διστακτικά προς τα κάτω, έτοιμη παρά όλα αυτά να προκαλέσει τη μοίρα της. Μία απρόσμενη βουτιά στο αμαυρωμένο της υποσυνείδητο , δύο δάκρυα που κυλούν σιωπηρά στο πρόσωπό της. Νιώθει περήφανη, που μετά από τόσα ψυχικά βασανιστήρια, βρήκε επιτέλους έναν τρόπο να ξεφύγει από τη σκληρή, αβάσταχτη πραγματικότητα. Πραγματικότητα γεμάτη Ερινύες. Πραγματικότητα από την οποία καιρό τώρα πασχίζει να το σκάσει. Γνωρίζει πια καλά πως ο νους και οι σκέψεις που τον πολιορκούν, δε θα δείξουν έλεος απέναντι στα άδικα αμαρτήματα του παρελθόντος, στον ανυπόφορο πόνο της ψυχής.
Έχει πλέον φτάσει θριαμβευτικά στο τέλος μιας φαινομενικά ατελείωτης διαδρομής, γεμάτη αβάδιστα μονοπάτια, ανηφόρες, κατηφόρες. Ξεσπάει ξάφνου σε λυγμούς, έτοιμη ν' αφεθεί στο κενό. Στα μάτια της, οι ήδη δυσδιάκριτες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη λογική και την παράνοια αρχίζουν να εξαφανίζονται, η πραγματικότητα και το όνειρο πλέον γίνονται ένα.
Όλα θολώνουν. Κλείνει ερμητικά τα μάτια της. Μία αόρατη δύναμη ωθεί το κορμί της στον απότομο γκρεμό. Μέσα σε μια στιγμή νιώθει τον αέρα να τη μαστιγώνει αλύπητα. Μέσα σε μία στιγμή, νιώθει την ψυχή της ν'αποχωρίζεται με τον πιο βίαιο και σφοδρό τρόπο το σώμα της. Να εξαφανίζεται ως δια μαγείας σε κάποιον άλλο κόσμο, αδιανόητο, ασύλληπτο. Μία ψυχή φιλήδονη, λάγνα, αβυσσαλέα, που καθοδηγείται από τις ορμές των φαντασιώσεων και δρα τυφλωμένη από τις αισθήσεις, τους πόθους, τις αμαρτωλές επιθυμίες.
Λένε πως, μόλις βρεις μια ισορροπία μεταξύ ζωής και θανάτου, όλες σου οι εμπειρίες περνούν με μιας μπροστά απ' τα μάτια σου. Ψέμα. Μπροστά στα μάτια σου αναζωπυρώνουν μόνον οι ομορφότερες στιγμές, σα θραύσματα κομματιασμένων γυαλιών. Εκείνες που επιλεγμένες με σύνεση αποθεώνουν το νόημα της ζωής. Εκείνες που θα σε κάνουν να λησμονήσεις ό,τι αγάπησες περισσότερο.
Τώρα πλέον δε διακατέχεται ούτε από την αίσθηση της κιναισθησίας. Σα ν' αποσυντέθηκε αθόρυβα κατά τη διάρκεια της πτώσης. Ανοίγει δειλά τα μάτια της. Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει. Ίσα που διακρίνει, αβάκχευτη, θολές σκιές, σαν οπτασίες, να χορεύουν χαωδώς στο καταχθόνιο σκοτάδι, συνθέτοντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα.
"Πέθανα;" Ρωτάει τον εαυτό της ξανά και ξανά, περιπλανώμενη, δαιμονισμένο πνεύμα σε κάποια άλλη, απόκοσμη διάσταση, αναμαλλιασμένη, με τα κουρελιασμένα ρούχα της να κρέμονται άτσαλα από το αιωρούμενο κορμί της. Ανάποδες ψαλμωδίες, συγκρουόμενες καμπάνες ηχούν απ' το πουθενά συνοδεύοντας τον ψίθυρό της.
Ένα άγγιγμα διαταράσσει τη γαλήνη του κορμιού της. Ξάφνου όλα γύρω της φωτίζουν. Εκτυφλωτικές σπίθες γεμίζουν τον αέρα. Τότε, μέσα στο μαύρο καμβά που εκείνη είχε συνθέσει, ζωγραφίζεται το τοπίο που αποχαιρέτησε με τον πιο τραγικό τρόπο. Γύρω της, καταιγιδοφόρα σύννεφα, απόκρημνες χαράδρες. Προσπαθεί να ισορροπήσει πισοπατώντας στις ανισόπεδες επιφάνειες, καθώς ένα χέρι την έχει αρπάξει από τον ώμο και την τραβά προς τη σωτηρία.
Ήταν όλα μία σκέψη, μία ιδέα. Και τότε, για πρώτη φορά μετά από καιρό,
είδε.
Όταν συνειδητοποίησε τι πήγε να κάνει, κρατήθηκε για λίγο μέχρι που ξέσπασε σε λυγμούς. Αποφάσισε, τότε, να γυρίσει στο δωμάτιο με τους ραγισμένους καθρέφτες. Εκεί, μόνον, μπορούσε ν' αντικρίσει την αλήθεια κατάματα.