Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου

(το παιχνίδι)

Θάρρος ή αλήθεια;
Πόσες φορές έχω παίξει αυτό το παιχνίδι, καταφεύγοντας στην αλήθεια καθώς οι ερωτήσεις του θάρρους έχουν εξαλείψει κάθε όριο, αγνοώντας τη σοβαρότητα και τη φιλοσοφία του παιχνιδιού;
Σήμερα όμως κατέληξα στο σοφό συμπέρασμα πως και η αλήθεια στην πλειονότητα των περιπτώσεων θέλει θάρρος για να ειπωθεί. Κι ακόμη περισσότερο για να ακουστεί.



(η πραγματικότητα)

Ορισμένες φορές πρόκειται για μικροπράγματα ώστε να προτιμάς εμβριθώς να ψευδολογήσεις ή να αποκρύψεις παρά να αποκαλύψεις την αλήθεια.
Άλλες πάλι, μια σου απάντηση μπορεί μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου να ανατρέψει με μιας ολόκληρη τη ζωή σου ή μέρος αυτής. 
Το σίγουρο όμως είναι πως ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος. Οι εκάστοτε συγκυρίες, οι χαρακτήρες της ζωής σου, όλα παίζουν ρόλο τη στιγμή που θα αποφασίσεις ν'ανοίξεις τον ασκό του Αιόλου. 

(η μάχη)

Γιατί συχνά η αλήθεια πονάει περισσότερο από το ψέμα (αλήθεια - ψέμα: 0-1). 
Παρά ταύτα τα μυστικά και τα ψέματα δε θα εξασφαλίσουν ποτέ σε κανέναν αιώνια σωτηρία, δε θα παραμείνουν ποτέ για πολύ καιρό εθελότυφλες δολοπλοκίες και βολικά καταφύγια (αλήθεια - ψέμα: 1-1).
Και τότε ακολουθούν οι απροσδόκητες αντιδράσεις εκείνων τους οποίους εσύ φοβόσουν περισσότερο και προτίμησες να εξαπατήσεις για το δικό τους αλλά και το δικό σου καλό, κατασκευάζοντας ασυναίσθητα τα φρικαλέα απεικάσματα που θα σπίλωναν τη συνείδησή σου έως ότου φτάσει η στιγμή της αλήθειας (αλήθεια - ψέμα 2-1).
Ο καθένας μας διανύει μια κεντρική λεωφόρο. Το μόνο που καταφέρνουμε κωλυσιεργώντας να μιλήσουμε αληθινά είναι να χανόμαστε εκούσια σε σκοτεινά μονοπάτια τα οποία μας ξεβράζουν και πάλι στη μεγάλη μας λεωφόρο, ολίγον τι νοθευμένους ιδιοσυστασιακά.  (αλήθεια - ψέμα 3-1)

Ακόμη φοβάσαι να πετάξεις τη μάσκα σου;

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Μεταμεσονύκτιο παραλήρημα

Κάθε χρόνο.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αφήνομαι στην παλίρροια των σκέψεων μου χαζεύοντας τα εκάστοτε θύματα ενός τραγελαφικού εκπαιδευτικού συστήματος να βιώνουν τη δική τους ειρωνεία εκ των έσω, περιμένοντας και τη δική μου σειρά, η οποία σχεδόν έφτασε δίχως ακόμη να το συνειδητοποιήσω.
Παρατηρώ τις αντιδράσεις τους, κρυφακούω τις συζητήσεις τους.
Άλλοι, ώριμοι και κατασταλαγμένοι αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα με ρεαλισμό, θέτουν στόχους και φαίνονται διατεθειμένοι να πατήσουν πάνω σε πτώματα για να τους πετύχουν (μόνο που ορισμένοι ένεκα αγνοίας δε γνωρίζουν ότι ένα από αυτά ίσως να είναι και το δικό τους).
Άλλοι φοβισμένοι για τα τέρατα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν διστάζουν.
Κι άλλοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από το φρικαλέο ιστό μιας τρεμάμενης Αθήνας που δείχνει ν'αντιστέκεται στο απύθμενο χάος.

Και μετά σκέφτομαι, ποιες είναι οι δικές μου επιλογές;
Είναι δύο: Να μείνω εδώ. Να φύγω αλλού.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. 
Αποφασίζω να παίξω τη ζωή μου κορώνα-γράμματα.
Πετάω το κέρμα στον αέρα ενώ οι χτύποι της καρδιάς μου ηχούν πιο δυνατά από ποτέ αντιλαλώντας στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου.
Προσγειώνεται. Γράμματα. Αυτό σημαίνει πως η πιθανότητα που είχε να πέσει κορώνα εξανεμίστηκε.
Μέχρι όμως εκείνη τη στιγμή οι πιθανότητες ήταν ίσες.
Σε κάποιο άλλο παράλληλο κόσμο πέφτει όντως κορώνα. Και τότε συμβαίνει. Οι δύο κόσμοι χωρίζονται. Στον ένα κόσμο ακολουθώ την επιλογή μου να μείνω εδώ και στον άλλο να φύγω.
Άσε με να σου εξηγήσω τη δική μου κοσμοθεωρία με απλά λογάκια χωρίς να λαϊκίσω.
Το σύμπαν αποτελείται από πολλαπλούς παράλληλους κόσμους.
Κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μια συνειδητή ή υποσυνείδητη επιλογή να διαλέξουμε ή να προτιμήσουμε ανάμεσα σε κάποια πράγματα, δημιουργούνται τόσοι παράλληλοι κόσμοι όσες και οι πιθανότητες επιλογής. Δηλαδή;
Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν έχεις ήδη σταματήσει να με διαβάζεις γιατί επέλεξες να ψάξεις για τα lexotanil σου (εμένα μ'άρεσε και μπράβο μου που το είπα).
Πες το ιδιοφυές. Πες το ένα παιχνίδι για ανόητους και ποιητές. Οι επιστήμονες θα το αποκαλέσουν Βιοκεντρισμό. Γιατί; Επειδή σύμφωνα με αυτόν η ζωή δημιουργεί το σύμπαν και όχι το σύμπαν τη ζωή.
Τώρα με βρίζεις και αναρωτιέσαι τι σχέση έχουν αυτές οι π**ες με τις Πανελλήνιες.
Με την απορία θα μείνεις.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ραγισμένοι καθρέφτες

(Με αφορμή την όμορφη μελαγχολία του καιρού ο οποίος προσπαθεί κάθε άλλο παρά να μας κάνει να λησμονήσουμε το Χειμώνα μπροστά στην αποπνικτική ζέστη του Καλοκαιριού, σου παραθέτω ένα κείμενό μου περσινό που είχα γράψει υπό την επήρεια κατάθλιψης..)


Το δροσερό άγγιγμα του ανέμου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπό της. Η ματιά της καρφωμένη στα σκοτεινά σύννεφα που προμηνύουν μια θυελλώδη καταιγίδα κρύβοντας απειλητικά τον ορίζοντα.
Εκείνη πλησιάζει επισφαλώς στο χείλος του απόκρημνου γκρεμού κοιτάζοντας διστακτικά προς τα κάτω, έτοιμη παρά όλα αυτά να προκαλέσει τη μοίρα της. Μία απρόσμενη βουτιά στο αμαυρωμένο της υποσυνείδητο , δύο δάκρυα που κυλούν σιωπηρά στο πρόσωπό της. Νιώθει περήφανη, που μετά από τόσα ψυχικά βασανιστήρια, βρήκε επιτέλους έναν τρόπο να ξεφύγει από τη σκληρή, αβάσταχτη πραγματικότητα. Πραγματικότητα γεμάτη Ερινύες.  Πραγματικότητα από την οποία καιρό τώρα πασχίζει να το σκάσει. Γνωρίζει πια καλά πως ο νους και οι σκέψεις που τον πολιορκούν, δε θα δείξουν έλεος απέναντι στα άδικα αμαρτήματα του παρελθόντος, στον ανυπόφορο πόνο της ψυχής. 
Έχει πλέον φτάσει θριαμβευτικά στο τέλος μιας φαινομενικά ατελείωτης διαδρομής, γεμάτη αβάδιστα μονοπάτια, ανηφόρες, κατηφόρες. Ξεσπάει ξάφνου σε λυγμούς, έτοιμη ν' αφεθεί στο κενό. Στα μάτια της, οι ήδη δυσδιάκριτες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη λογική και την παράνοια αρχίζουν να εξαφανίζονται, η πραγματικότητα και το όνειρο πλέον γίνονται ένα.
Όλα θολώνουν. Κλείνει ερμητικά τα μάτια της. Μία αόρατη δύναμη ωθεί το κορμί της στον απότομο γκρεμό. Μέσα σε μια στιγμή νιώθει τον αέρα να τη μαστιγώνει αλύπητα. Μέσα σε μία στιγμή, νιώθει την ψυχή της ν'αποχωρίζεται με τον πιο βίαιο και σφοδρό τρόπο το σώμα της. Να εξαφανίζεται ως δια μαγείας σε κάποιον άλλο κόσμο, αδιανόητο, ασύλληπτο.  Μία ψυχή φιλήδονη, λάγνα, αβυσσαλέα, που καθοδηγείται από τις ορμές των φαντασιώσεων και δρα τυφλωμένη από τις αισθήσεις, τους πόθους, τις αμαρτωλές επιθυμίες.
Πάτα με

Λένε πως, μόλις βρεις μια ισορροπία μεταξύ ζωής και θανάτου, όλες σου οι εμπειρίες περνούν με μιας μπροστά απ' τα μάτια σου. Ψέμα. Μπροστά στα μάτια σου αναζωπυρώνουν μόνον οι ομορφότερες στιγμές, σα θραύσματα κομματιασμένων γυαλιών. Εκείνες που επιλεγμένες με σύνεση αποθεώνουν το νόημα της ζωής. Εκείνες που θα σε κάνουν να λησμονήσεις ό,τι αγάπησες περισσότερο.
Τώρα πλέον δε διακατέχεται ούτε από την αίσθηση της κιναισθησίας. Σα ν' αποσυντέθηκε αθόρυβα κατά τη διάρκεια της πτώσης. Ανοίγει δειλά τα μάτια της. Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει. Ίσα που διακρίνει, αβάκχευτη, θολές σκιές, σαν οπτασίες, να χορεύουν χαωδώς στο καταχθόνιο σκοτάδι, συνθέτοντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα.
"Πέθανα;" Ρωτάει τον εαυτό της ξανά και ξανά, περιπλανώμενη, δαιμονισμένο πνεύμα σε κάποια άλλη, απόκοσμη διάσταση, αναμαλλιασμένη, με τα κουρελιασμένα ρούχα της να κρέμονται άτσαλα από το αιωρούμενο κορμί της. Ανάποδες ψαλμωδίες, συγκρουόμενες καμπάνες ηχούν απ' το πουθενά συνοδεύοντας τον ψίθυρό της.
Ένα άγγιγμα διαταράσσει τη γαλήνη του κορμιού της. Ξάφνου όλα γύρω της φωτίζουν. Εκτυφλωτικές σπίθες γεμίζουν τον αέρα. Τότε, μέσα στο μαύρο καμβά που εκείνη είχε συνθέσει, ζωγραφίζεται το τοπίο που αποχαιρέτησε με τον πιο τραγικό τρόπο. Γύρω της, καταιγιδοφόρα σύννεφα, απόκρημνες χαράδρες. Προσπαθεί να ισορροπήσει πισοπατώντας στις ανισόπεδες επιφάνειες, καθώς ένα χέρι την έχει αρπάξει από τον ώμο και την τραβά προς τη σωτηρία.
Ήταν όλα μία σκέψη, μία ιδέα. Και τότε, για πρώτη φορά μετά από καιρό,
είδε. 
Όταν συνειδητοποίησε τι πήγε να κάνει, κρατήθηκε για λίγο μέχρι που ξέσπασε σε λυγμούς. Αποφάσισε, τότε, να γυρίσει στο δωμάτιο με τους ραγισμένους καθρέφτες. Εκεί, μόνον, μπορούσε ν' αντικρίσει την αλήθεια κατάματα. 

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Βρέχει βατράχια

-Λύστε μου τα χέρια.
-Γιατί;
-Θέλω να σκουπίσω τα δάκρυά μου.
-Όχι, είσαι όμορφος, πόσο όμορφος έτσι! 
-Δε μπορώ να σας μιλάω με δάκρυα στα μάτια. 
-Τότε μη μιλάς.
-Σκουπίστε τα μου εσείς λοιπόν. Σύντομα θα σπιλώσουν το λευκό μου πρόσωπο, θα το φθείρουν ανελέητα και θα αποκαλύψουν, αδυσώπητοι σπιούνοι, τον αληθινό μου εαυτό.
-Τι θες να κρύψεις;
-Δε θα' θελα να με κοιτάτε όταν σας μιλάω. 
-Με φοβάσαι.
-Δεν το αξίζω, με τόσο ονειδιστικό τρόπο να με γδύνετε με τα μάτια σας. 
-Σου αρέσει όμως.
-Γιατί το κάνετε αυτό;
-Κοίτα με στα μάτια, τίποτα έτσι δεν κρύβεται, και πες μου τι θέλεις πια από εμένα.
-Θα' θελα να σας φιλήσω. Μ' αρέσει να γεύομαι τους ανθρώπους. Μην το πείτε πουθενά.
-Γιατί παίζεις με τις λέξεις;
-Αν με βλέπατε στο δρόμο δίχως να με γνωρίζετε τι θα σκεφτόσασταν για μένα;
-Ότι θα μπορούσα να σ' αγαπήσω.
-Δε μπορείτε πλέον;
-Ρωτάς πράγματα ανυπόφορα.
-Γιατί;
-Γιατί ήδη σ' αγαπώ. Αν υποθέταμε ότι δάκρυσες επειδή σε πλήγωσα, εσύ θα μ' αγαπούσες;
-Εγώ σας γνωρίζω υποτίθεται;
-Όχι.
-Τότε ναι. Και πάλι θα σας αγαπούσα.
-Και πάλι;
-Ναι. Στον ενικό αυτή όμως τη φορά.

Τα χάρτινα φανάρια του τρίτου ουρανού - Περί έρωτος. (IΙ)

Κι άντε πες ότι το σύμπαν τελικά δείχνει έλεος. Κι άντε πες ότι τελικά βρίσκεις τον πρίγκιπα ή την πριγκίπισσά σου. Μετά από τόσα ζώα που είχες να αντιμετωπίσεις, πώς θα τους διαχειριστείς ορθά; 
Πάτα με.

Πώς ξέρεις ότι το χάρτινο φαναράκι που θ' ανάψετε μαζί με προορισμό τον τρίτο ουρανό δε θα καταλήξει στο πύρινο ποτάμι του αλλά στις χρυσές του πύλες;
Στα βόρεια τ' ουρανού σου λέει είναι η κόλαση, και στα νότια ο παράδεισος. Πού γνωρίζεις εσύ ότι το φαναράκι σας θα καταλήξει στο χρυσάφι κι όχι στη φωτιά;
Αν και μεταξύ μας το δεύτερο ακούγεται πιο δελεαστικό γιατί ως γνωστόν είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας αλλά να μην ξεφεύγουμε, γάμα τις αλληγορίες να στα πω ντόμπρα.
Πώς γνωρίζεις ότι αυτή η θεία τρέλα, ένα παραλήρημα εμπνευσμένο απ' τους θεούς (Πλάτων - Συμπόσιον), οι πιο θυελλώδεις συναισθηματικές σου διακυμάνσεις, η γλυκόπικρη παράνοια του έρωτα που θα παραλύσει κάθε αντικειμενικότητα και οτιδήποτε σώφρον, -κεραυνοβόλος, φλογερός, αμοιβαίος, αιώνιος, περαστικός, συντροφικός, τρυφερός- οι απρόβλεπτες στιχομυθίες σου με το άλλο σου μισό και οι αντίστοιχες συγκυρίες, η σαρκική ηδονή θα σε οδηγήσουν στο εκνευριστικό πλέον γνωμικό "και ζήσανε αυτοί καλά..." και όχι σε μια τραγωδία που θα ανατρέψει τη ζωή σου μια για πάντα; Πώς ξέρεις ότι η ερωτευμένη ψυχή, "μια ψυχή φιλήδονη, λάγνα, αβυσσαλέα, που καθοδηγείται από τις ορμές των φαντασιώσεων και δρα τυφλωμένη από τις αισθήσεις, τους πόθους και τις αμαρτωλές επιθυμίες" (Απύθμενη ψυχή - Κείμενο που θα παραθέσω λίαν συντόμως) δε θα σε οδηγήσει στην απόλυτη τρέλα;

Αρκετά στα έσπασα. 
Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως καθημερινά εντοπίζουμε ανθρώπους οι οποίοι τείνουν να μην παίρνουν κανένα ρίσκο, ενώ πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις που θεωρούν δεδομένα στη ζωή τους διακυβεύονται ενδελεχώς χωρίς καν οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται. Τι σημασία όμως έχει να ζεις εάν έχεις φτάσει εξήντα χρονών και δεν έχεις τίποτε απολύτως να νοσταλγείς;

Έρωτας είναι να αρπάξεις τον άλλον απ' το χέρι και να το σκάσετε, δίχως λεφτά και ρούχα, δίχως να σε νοιάζουν οι συνέπειες και το αύριο, αρκεί να ζεις τη στιγμή μαζί του. 
Δεν είναι ούτε τα likes και τα μελωμένα σχόλια στο Facebook, ούτε τα ραντεβουδάκια στην πλατεία Κεραμεικού για ένα coctail στο Millenium. 
Ο έρωτας δε γνωρίζει ρουτίνα, δε γνωρίζει νόρμες, δε γνωρίζει τρίτους είτε πρόκειται για την ανήσυχη μάνα σου, είτε για τα φιλαράκια που θα σε παρασύρουν στις χειρότερες συνήθειες επειδή Y.ou O.nly L.ive O.nce, ούτε ο νεαρός που θα σε πλησιάσει εκείνο το βράδυ στο club για να σε πηδήξει*.
Γι' αυτό βγες εκεί έξω, ζήσε και όταν έρθει η ώρα η καλή πετάξου σε κάποιο μαγαζάκι του κέντρου και αγόρασε δυο φαναράκια. Ανάψτε μαζί τη φλόγα τους και μη σε νοιάζει που θα καταλήξουν, σημασία έχει η διαδρομή.

*Δε θα επεκταθώ στο σεξουαλικό κομμάτι, η δολοφονία είναι έγκλημα, η περιγραφή της όχι, το σεξ δεν είναι έγκλημα, η περιγραφή του όμως είναι.


Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Τα χάρτινα φανάρια του τρίτου ουρανού - Περί έρωτος. (I)

"Γιατί πρέπει πάντα να ποθούμε λυσσαλέα ό,τι δε μπορούμε να έχουμε;" ρώτησα αδύναμα το είδωλό μου στον καθρέφτη με ένα δυσδιάκριτο βλέμμα μελαγχολίας στο πρόσωπό μου.
"Ίσως από εγωισμό, ή από βίτσιο." απάντησε ο αντικατοπτρισμός μου περιφρονητικά υπερχειλίζοντας από ναρκισσισμό.

Ξαφνικά το δωμάτιο σκοτείνιασε, και το είδωλό μου στον καθρέφτη δεν ήταν πια το ίδιο. Αυτή τη φορά ήταν πιο φωτεινό, πιο σαγηνευτικό. Μένοντας να κοιτά την άβυσσο των ματιών μου, να εστιάζει όλο και πιο βαθιά λες κι επεξεργαζόταν την ψυχή μου έκανε ν' απαντήσει.
"Ίσως γιατί κάποιος άγνωστος, ξένος, αλλότριος σ' εμάς  μας δίνει το περιθώριο να κάνουμε κάθε λογής εικασίες και να νομίζουμε ότι είναι εκείνος ο οποίος δύναται να μας προσφέρει κάθε τι που ποθούμε -και δεν αναφέρομαι σε πράγματα, αλλά σε εμπειρίες, συναισθήματα, ευκαιρίες-.
Κι όταν (χρονικοϋποθετικό) τελικά καταφέρουμε να κάνουμε αυτόν τον "ξένο" δικό μας, οι ουτοπικές μας προσδοκίες κατακρημνίζονται και αντικαθίστανται στην πλειονότητα των περιπτώσεων από ωμό ρεαλισμό και υποκατάστατες φιλοσοφίες -καλή ώρα-. Όμως θυμίζοντας την πάλαι ποτέ ανεκπλήρωτη επιθυμία της Μπλανς από το Λεωφορείον ο Πόθος ποιος θέλει ρεαλισμό και όχι μαγεία; 
Πάτα με

Όταν -συνεχίζω- η ιδανική εικόνα που είχαμε με τόσο πάθος και λαγνεία κατασκευάσει επισκιάζεται από μια πραγματικότητα πληκτική, γελάμε με τον εαυτό μας και αρχίζουμε πάλι ασυναίσθητα από την αρχή την αναζήτηση του ετέρου ημίσεος, έχοντας λάβει ακούσια μέρος σ' έναν τραγελαφικό φαύλο κύκλο.
Πόσο τρομακτικό ακούγεται το να χάνεις μία τέτοια ευκαιρία να νιώσεις επιτέλους ολοκληρωμένος, ενώ στην πλειονότητα των περιπτώσεων ταλανίζεσαι άδικα και βαθιά μέσα σου γνωρίζεις πώς όταν έρθει, δε θα το χάσεις. Αρκεί να είσαι έτοιμος να το χειριστείς.
"Και πώς θα ξέρω ότι είμαι έτοιμος;" απόρησα ζαλισμένος από το μακρόσυρτο μονόλογο.
"Θα έχεις πιστέψει στην ψευδαίσθηση ότι είσαι ολοκληρωμένος. Έτσι είναι η ζωή. Γουστάρει να μας παίρνει στο ψιλό."

Συνεχίζεται...
(Η επιλογή του τίτλου δικαιώνεται στο επόμενο άρθρο)